Τράπεζες: Τι σχεδιάζουν για δάνεια και καταθέσεις – Τι θα γίνει με τα επιτόκια

Στα πέτρινα μνημονιακά χρόνια, οι Ελληνες αποταμιευτές έβγαζαν συστηματικά τα λεφτά τους στις τράπεζες του εξωτερικού για να μην τους τα «κουρέψει» ο Βαρουφάκης. Σήμερα, οι ξένες τράπεζες (κυρίως οι ελβετικές, οι αμερικανικές και οι… challenger banks) επανακάμπτουν στην Ελλάδα και διεκδικούν πάλι τις αποταμιεύσεις των Ελλήνων -οι οποίες τα τελευταία 3 χρόνια αυξάνονται και πληθύνονται ξεπερνώντας τα 190 δισ. ευρώ-, προσφέροντας υψηλότερες αποδόσεις σε καταθέσεις.

Οι ελληνικές τράπεζες, μαζί με τις περισσότερες ευρωπαϊκές, αρνούνται πεισματικά να αναπροσαρμόσουν τα επιτόκια καταθέσεων που προσφέρουν στους πελάτες τους. Περιμένουν και την επόμενη κίνηση αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να προχωρήσουν σε μικρές, ανεπαίσθητες προσαρμογές, κυρίως στις προθεσμιακές καταθέσεις.

Πρώτη η Alpha Bank ανακοίνωσε ότι προσφέρει πλέον ετησιοποιημένες αποδόσεις έως και 0,20% στις προθεσμιακές της καταθέσεις, ενώ οι υπόλοιπες επιμένουν να «ανταμείβουν» τους πελάτες τους κατά μέσον όρο με 0,10%, την εποχή που ο πληθωρισμός τρέχει στην Ελλάδα με διψήφιους ρυθμούς. Οι υπόλοιπες συστημικές τράπεζες από τη μεθεπόμενη Δευτέρα θα ακολουθήσουν με παρόμοιες κινήσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα νέα καταθετικά-αποταμιευτικά προϊόντα που θα ανακοινωθούν, θα προσφέρουν κάποιου είδους εγγυημένη απόδοση ή εγγύηση κεφαλαίου ώστε να γίνουν ελκυστικότερα.

Αντιθέτως, χωρίς χρονοτριβή, αμέσως μόλις η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε την πρώτη αύξηση του βασικού της επιτοκίου, κατά 75 μονάδες βάσης, όλες οι εμπορικές τράπεζες λειτούργησαν ως… πιστωτικά ιδρύματα και προχώρησαν σε αυξήσεις των επιτοκίων των ήδη υφισταμένων δανείων (φυσιολογικά, αφού σχεδόν όλα υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο Euribor) αλλά και των νέων δανείων. Ενα μέσο επιτόκιο επιχειρηματικής πίστης -μη συγχρηματοδοτούμενο- ξεπερνά το 8,50% ενώ τα νέα στεγαστικά δάνεια ξεκινούν από το 5% και ανεβαίνουν ανάλογα με τις εξασφαλίσεις και τη διάρκεια… Αυτό σημαίνει με απλά λόγια ότι οι τράπεζες «δανείζονται» από τους καταθέτες τους ρευστότητα με κόστος 0,10% έως 0,20% και σπεύδουν να «δανείσουν» το κράτος αγοράζοντας έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου με επιτόκιο 1,35% στο τρίμηνο ή να χορηγήσουν δάνεια στους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις με πολλαπλάσιο επιτόκιο.

Η κατάσταση αυτή έχει ήδη προκαλέσει αναταραχή στα νοικοκυριά που βλέπουν ξαφνικά τις δόσεις των δανείων και των πιστωτικών καρτών να αυξάνονται (η αλήθεια είναι ότι δεν αυξήθηκαν κατά 0,75% που επέβαλε η ΕΚΤ, αλλά λιγότερο) και το χειρότερο είναι ότι η ανοδική τάση φαίνεται ότι θα συνεχιστεί, προκαλώντας πανικό. Το υψηλό κόστος των δόσεων για δάνεια και κάρτες έρχεται να προστεθεί στη δραματική αύξηση του κόστους ζωής στο σούπερ μάρκετ, στα πρατήρια βενζίνης, στο αρτοποιείο και σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας.

Τυχεροί (;) αποταμιευτές

Από την άλλη πλευρά, οι ελβετικές, οι αμερικανικές τράπεζες αλλά και οι λεγόμενες challenger banks (με ηλεκτρονικά διαδικτυακά γκισέ) βρήκαν την ευκαιρία να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος. Λειτουργώντας πελατοκεντρικά (οι περισσότερες ελβετικές είναι private banks που στηρίζουν την ευημερία τους στη μεγάλη καταθετική τους βάση) προσφέρουν ήδη επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων σε ευρώ που φτάνουν και το 2,5% (ανάλογα με το ποσό).

Τα παλιά «προνόμια» των ελβετικών τραπεζών (ανωνυμία συναλλαγών, προστασία δεδομένων κ.λπ.) δεν ισχύουν πλέον και επομένως για να ανακτήσουν την παλιά τους αίγλη προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια και κάποιου είδους εγγύησης κεφαλαίου σε απλά επενδυτικά συντηρητικά επενδυτικά προϊόντα. Οι αμερικανικές τράπεζες έχουν το πλεονέκτημα ότι τα βασικά επιτόκια του δολαρίου έχουν ήδη ξεπεράσει το 3,5% από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα Fed, η ισοτιμία του δολαρίου ίπταται σε πρωτοφανή επίπεδα, επομένως έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν με ευκολία επιτόκια της τάξης του 5% με την προϋπόθεση ότι ο καταθέτης θα θελήσει να μετατρέψει τα ευρώ του σε δολάρια και να τα κρατήσει στον λογαριασμό του τουλάχιστον ένα χρόνο…
Σε μια απελπισμένη προσπάθεια να φρενάρει τον καλπάζοντα πληθωρισμό, η Κριστίν Λαγκάρντ -με αρκετή καθυστέρηση είναι αλήθεια- υπέκυψε στις πιέσεις και ανακοίνωσε την αύξηση του βασικού επιτοκίου του ευρώ κατά 50 μονάδες βάσης (0,50%) τον περασμένο Ιούλιο και κατά 75 μονάδες βάσης (0,75%) τον Σεπτέμβριο. Αυτό σημαίνει ότι το βασικό επιτόκιο του ευρώ από 0% που ήταν για πολλά χρόνια, διαμορφώνεται σήμερα στο 1,25%.

Την Πέμπτη η ΕΚΤ θεωρείται σίγουρο ότι θα προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίου, με την αγορά να προεξοφλεί αύξηση κατά 75 μονάδες βάσης, ενώ ήδη τα «γεράκια» του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρξει αμέσως μετά και νέα αύξηση επίσης κατά 75 μ.β. μέχρι το τέλος του έτους.

Ολα αυτά συνεπάγονται ότι η μηνιαία δόση για κάθε δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου που είναι συνδεδεμένο με το Euribor (δηλαδή 9 στα 10 δάνεια στην Ελλάδα) θα ακριβύνει κατά τουλάχιστον 30%. Αντιθέτως, τα επιτόκια των καταθέσεων θα παραμείνουν προκλητικά χαμηλά. Ενώ το βασικό επιτόκιο της Φρανκφούρτης στο ευρώ θα πλησιάζει το 3%, στην Αθήνα τα επιτόκια καταθέσεων θα παραμείνουν στο 0,5% και σίγουρα κάτω από τη μονάδα…

Ενώ δηλαδή οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες «συμβουλεύουν» τους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση για να φρενάρουν τον διψήφιο πληθωρισμό, οι πολιτική των εμπορικών τραπεζών αποτρέπει την αποταμίευση.

Ταυτόχρονα, οι τράπεζες διατηρούν προκλητικά σε δυσθεώρητα ύψη -για τα ελληνικά δεδομένα- τις προμήθειες που απαιτούν για κάθε μία απλή συναλλαγή μέσα από το δίκτυό τους (από απλή μεταβίβαση εμβάσματος με e-banking, μέχρι την ενημέρωση του λογαριασμού).

Επιπλέον, συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα οφέλη της… προηγούμενης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μέσω του Προγράμματος Στοχευμένων Συναλλαγών Μακροχρόνιας Αναχρηματοδότητσης, γνωστού ως TLTRO.

Η ρευστότητα

Αυτή τη στιγμή οι συστημικές τράπεζες της χώρας διατηρούν μια ρευστότητα της τάξης των 50,7 δισ. ευρώ τα οποία δανείστηκαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με… αρνητικό επιτόκιο (δηλαδή, τους πλήρωνε για να τους δανείσει και να τα δανείσουν) αλλά οι τράπεζες τα επανατοποθετούσαν ως κατάθεση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με επιτόκιο που σήμερα είναι +0,75% και σύντομα θα αυξηθεί περαιτέρω. Προφανώς, κάποια στιγμή αυτή η ανισορροπία (του προκλητικά εύκολου κέρδους) θα διορθωθεί με παρέμβαση της Φρανκφούρτης και τα κέρδη αυτά θα μηδενιστούν.

Στο μεταξύ χρονικό διάστημα, όμως, οι τράπεζες δεν έχουν κανέναν λόγο να αυξάνουν τα επιτόκια καταθέσεων. Με τα κέρδη από τον δανεισμό του Δημοσίου με τα ομόλογα και τα έντοκα, με τα κέρδη από την αύξηση των επιτοκίων των δανείων που έχουν ήδη χορηγήσει και με τις προκλητικά υψηλές προμήθειες για καθημερινές τραπεζικές εργασίες, τα στελέχη των τραπεζών μας δεν δυσκολεύονται να επιδείξουν εντυπωσιακά υψηλές κερδοφορίες και να διεκδικούν υψηλά bonus και δικαίωμα διανομής μερισμάτων.

Η Φρανκφούρτη ωστόσο αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε πρόταση για bonus και μερίσματα, επισημαίνοντας ότι από πλευράς ρευστότητας οι τράπεζες είναι υγιέστατες, αλλά από πλευράς κεφαλαίων έχουν ακόμη πολύ μεγάλη απόσταση να διανύσουν. Τα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών πρέπει να ενισχυθούν και σ’ αυτή την περίοδο το κόστος για να καλύψουν τις Ελάχιστες Απαιτήσεις Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων (Minimum Required Eligible Liabilities-MREL) είναι δραματικά υψηλό.

Τα ομόλογα των ιδίων των τραπεζών, δηλαδή τα χρήματα που πληρώνουν για να έχουν επαρκή εποπτικά κεφάλαια και να συνεχίσουν να λειτουργούν, έχουν ήδη ξεπεράσει το επιτόκιο του 8%…

Διαβάστε ακόμη

Πώς βλέπουν τώρα οι μεγάλοι «παίκτες» του εγχώριου real estate την αγορά ακινήτων

Η κόκκινη κάρτα στην Αττική Οδό, η Goldman Sachs αγόρασε ξενοδοχεία στη Χαλκιδική, η HIG θέλει τον Beinoglou και ο Γερμανός πολιορκεί δύο εταιρίες

Σαν να τελείωσε ο πόλεμος – Ραγδαία αποκλιμάκωση των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού

 

Πηγή: newmoney.gr